ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝ!!
Αυτοί που ορίστηκαν να μιλούν για τα παιδιά μας, δεν σέβονται τα δικαιώματα και τις διεκδικήσεις τους! Οι προτάσεις της Παγκύπριας Συνομοσπονδίας Συνδέσμων Γονέων Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης για την διαμόρφωση νέας πολιτικής όσο αφορά την Ειδική Εκπαίδευση δεν συνάδουν με την Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες την οποία το κράτος μας έχει κυρώσει!
Άμεση ανάγκη εκπροσώπησής των παιδιών με αναπηρίες στα σχολεία
Μετά από την δημοσίευση του άρθρου "Γιατί θέλουν διευθυντή Ειδικής Αγωγής οι γονείς;"
στην εφημερίδα Πολίτη ημ 14.1.18 το οποίο περιγράφει τις θέσεις της Παγκύπριας Συνομοσπονδίας Συνδέσμων Γονέων Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης όσο αφορά τον εκσυγχρονισμό της ειδικής εκπαίδευσης ´οφείλουμε να προστατέψουμε τα δικαιώματα των μελών μας και να δηλώσουμε την κάθετη αντίθεση μας με τις θέσεις αυτές.
Τόσο η “γενική” σκέψη, όσο και οι “ειδικές” προτάσεις που προτείνουν τοποθετούνται στον αντίποδα όλων των διεθνώς κεκτημένων “περί εκπαίδευσης” εδώ και δεκαετίες. Είναι αντίθετες της έννοιας της ενιαίας εκπαίδευσης και όσων τη συγκροτούν. Αρνούνται εκ βάθρων τον διαρκή στρατηγικό στόχο της, στο όνομα της ισοτιμίας των εκπαιδευτικών δικαιωμάτων όλων των παιδιών, με αναπηρία και μη. Στρέφονται ενάντια των διεκδικήσεων των αναπηρικών και εκπαιδευτικών φορέων σε όλο τον προηγμένο κόσμο εδώ και δεκαετίες. Ακυρώνουν το πνεύμα και το γράμμα όλων των σχετικών διεθνών συμβάσεων, κορυφαία των οποίων (είναι) η Διεθνής Σύμβαση για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία του ΟΗΕ που και η Κυπριακή Δημοκρατία από το 2011 έχει κυρώσει.
Αυτό αποτελεί μέγιστο πρόβλημα κυρίως όταν αυτές οι προτάσεις προέρχονται από την επίσημα αναγνωρισμένη συνομοσπονδία γονέων των μαθητών η οποία φέρεται να εκπροσωπεί την “ατζέντα δικαιωμάτων” όλων των μαθητών στη Κύπρο, με αναπηρία και μη.
Θεωρούμε απαράδεκτο το μοναδικό σώμα εκπροσώπησης των παιδιών μας στα Δημοτικά Σχολεία να εισηγείται τροποποιήσεις, οι οποίες αντί να προωθούν την φιλοσοφία της Ενιαίας Εκπαίδευσης, την υποσκάπτουν, προτείνοντας καινούργια βαθμίδα εκπαίδευσης (ειδικής εκπαίδευσης) και νέα διεύθυνση (Ειδικής Εκπαίδευσης) θεμελιώνοντας έτσι των διαχωρισμό μεταξύ των παιδιών με αναπηρίες από το υπόλοιπο σύνολο.
Ως Εκ τούτου, επιβάλλετε η διασφάλιση σωστής εκπροσώπησης των παιδιών με αναπηρίες στα σχολεία.
Θεωρούμε ότι είναι υποχρέωση όλων μας να διαφυλάξουμε το δικαίωμα της ίσης πρόσβασης στην εκπαίδευση για όλα τα παιδιά και αυτό θα γίνει μόνο όταν η εκπροσώπηση των παιδιών αυτών, είτε πρόκειται για αυτοεκπροσώπιση είτε για εκπροσώπηση μέσω των γονέων τους, καλύπτει, στην πράξη, πραγματικά όλα τα παιδιά. Κατ’ αναλογία, οι γονείς των παιδιών με αναπηρία χρειάζεται να ακούγονται και να συμμετέχουν ενεργά και ισότιμα στις διαδικασίες όπου συζητούνται και λαμβάνονται αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά τους. Διότι αυτοί οι γονείς συχνά βρίσκονται στη μοναδική θέση που τους επιτρέπει να είναι συνήγοροι των παιδιών τους, ή σε κάθε περίπτωση, τα κατανοούν και επικοινωνούν με αυτά γνωρίζοντας τις επιθυμίες, προτιμήσεις και προσωπικότητές τους, ο σεβασμός των οποίων συνιστά θεμελιώδη αρχή σεβασμού των δικαιωμάτων των παιδιών με αναπηρία (βλ. άρθρα 12, 7 και 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ, ως έχουν ερμηνευθεί στα Γενικά Σχόλια Αρ. 1 και 4 της Επιτροπής για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες).
Η διαβούλευση του Υπουργείου Παιδείας θα πρέπει να συμπεριλάβει ενεργό εμπλοκή και στενή συνεργασία με τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των ατόμων με αναπηρίες Και θα πρέπει να καταλήξει στη διαμόρφωση και υιοθέτηση ενός ξεκάθαρου, στοχευμένου και επαρκώς χρηματοδοτούμενου σχεδίου δράσης που να διασφαλίζει ότι τα παιδιά και οι ενήλικες εκπαιδευόμενοι με αναπηρίες μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους στην ενιαία εκπαίδευση και την υιοθέτηση και εφαρμογή ενός σαφούς νομοθετικού πλαισίου ενιαίας εκπαίδευσης (“inclusive education”) με στόχο την πλήρη αντικατάσταση του διαχωριστικού συστήματος εκπαίδευσης με την ενιαία εκπαίδευση, με το οποίο να καθορίζεται με απόλυτη σαφήνεια η πολιτική για τα ζητήματα της εκπαίδευσης των ατόμων με αναπηρίες με τρόπο ώστε αυτή να συνάδει πλήρως με το Γενικό Σχόλιο Αρ. 4 (2016) και τις πρόνοιες ανάμεσα σ’ άλλα, της παρ. (η), (ρ), (φ) του Προοιμίου και των άρθρων 1,2, 4, 5, 7, και 24 της Σύμβασης.
Πηγή: http://politis.com.cy/article/giati-theloun-diefthinti-idikis-agogis-i-gonis#.
Γιούλα Πιτσιάλη
Δια διοικητικό Συμβούλιο
Αγκαλιάς Ελπίδας
11 Ιανουαρίου 2018
Θέμα: Απάντηση Υπουργού Ζέτας Αιμιλιανίδου προς επιστολή σας για τον αποκλεισμό παιδιών με Εγκεφαλική Παράλυση από το ΕΕΕ ημ. 12 14 Σεπτεμβρίου 2017
Αγαπητή κ. Κυριακίδου,
Μας λυπεί ιδιαίτερα η απάντηση της Έντιμης Υπουργού Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναφορικά με το πιο πάνω θέμα καθότι:
Δεν ανταποκρίνεται στην ουσία των θεμάτων που τίθενται ,τις θέσεις και τα αιτήματά μας που βασίζονται στη μελέτη των θέσεων και των αναλύσεων της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και άλλων επαγγελματιών που διαρκώς ασχολούνται με την ορθή εφαρμογή της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες σε ό,τι συγκεκριμένα αφορά την αξιολόγηση της αναπηρίας.
Εμμένει στο διαχωρισμό των παιδιών με εγκεφαλική παράλυση με βάση αποκλειστικά και μόνο το βαθμό αναπηρίας τους ο οποίος κρίνεται από «ειδικούς ιατρούς» όπως αναφέρεται, περιορίζοντας επομένως την αξιολόγηση σε αμιγώς ιατρικές προσεγγίσεις οι οποίες θεωρούν την αναπηρία θέμα ατομικό των παιδιών που τη φέρουν και όχι θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αποτέλεσμα περιβαλλοντικών δομικών και κοινωνικών εμποδίων όλων των ειδών όπως η Σύμβαση απαιτεί με την «προσέγγιση ανθρωπίνων δικαιωμάτων» που πρεσβεύει. Σε καμία περίπτωση δεν έχουμε πειστεί ότι γίνεται αξιολόγηση των εμποδίων όπως θα έπρεπε ούτε ότι οι ιατροί έχουν καταρτιστεί σε αυτό τον τομέα. Η εγκεφαλική παράλυση διαφέρει πράγματι από παιδί σε παιδί αλλά δεν θα πρέπει να μετριέται μόνο με αναφορά σε βαθμό αναπηρίας (ήπια έως ολική). Θα πρέπει να αξιολογούνται τα εμπόδια που κάθε παιδί με εγκεφαλική παράλυση συναντά σε κάθε τομέα της ζωής του και σε αυτό θα πρέπει να ανταποκρίνεται κάθε επίδομα που παρέχεται εξ΄ ονόματος της αναπηρίας. Ακόμα και στις ηπιότερες των περιπτώσεων εγκεφαλικής παράλυσης χρειάζονται οι θεραπευτικές παρεμβάσεις ( φυσιοθεραπεία , εργοθεραπεία , λογοθεραπεία, ειδική εκπαίδευση , ψυχοθεραπεία) , ενώ τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν είναι πολλά, από τους μη προσβάσιμους χώρους, τις αφιλόξενες και ακατάλληλες υπηρεσίες, την εκπαίδευση και τους αποκλεισμούς που τα παιδιά αυτά συναντούν σε όλους τους τομείς της ζωής τους. Άρα, από τη μία επιμένουμε ότι κάθε περίπτωση εγκεφαλικής παράλυσης είναι σοβαρή εάν αξιολογηθεί σωστά και όχι απλώς ιατρικά και χωρίς γνώσεις για τη Σύμβαση και από την άλλη υποστηρίζουμε ότι η κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων αυτών σε ήπιες, μέτριες, σοβαρές ή ολικές δεν εξυπηρετεί ούτε το δίκαιο ούτε τα ίδια τα παιδιά, πόσο μάλλον αν θυμηθούμε ότι το ΕΕΕ αποτελεί το μοναδικό μέσο συνεισφοράς στην αξιοπρεπή και ανεξάρτητη διαβίωση των πλείστων παιδιών με εγκεφαλική παράλυση και των οικογενειών τους. Επίσης είναι η άποψη μας ότι η πιο πάνω προσέγγιση που εισηγούμαστε δεν είναι καθόλου ισοπεδωτική ούτε συνεπάγεται τη μη αναγνώριση των αναγκών που τα παιδιά μπορεί να έχουν αφού και οι ανάγκες πρέπει να εντοπίζονται σε σχέση με τα προαναφερόμενα εμπόδια, επομένως υπάρχουν σε όλα τα παιδιά.
Συνεχίζει να θεωρεί ότι ο ορισμός της αναπηρίας στο νόμο για το ΕΕΕ ορθά περιορίζεται συγκριτικά με τον ευρύ ορισμό της Σύμβασης, θέση η οποία ουδέποτε έτυχε επικρότησης από τον ΟΗΕ ή την αρμόδια Επιτροπή του που αξιολόγησε την Κύπρο (παρακολουθήσαμε τον διάλογο πριν τις Καταληκτικές Παρατηρήσεις που μεταδόθηκε ζωντανά στο ιντερνετ). Αντίθετα η Επιτροπή συστήνει διαρκώς την υιοθέτηση του ορισμού της Σύμβασης σε όλες τις νομοθεσίες του κράτους, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και όλες τις χώρες.
Αποδίδει εν μέρει την απόρριψη αιτημάτων ΕΕΕ για παιδιά με εγκεφαλική παράλυση στη μη αξιολόγηση της λειτουργικότητας η οποία αποδίδεται στην ΚΥΣΟΑ, θέση η οποία όπως γνωρίζουμε μέσα από τη συνεργασία μας (ως μέλος της Παγκύπριας Συμμαχίας για την αναπηρία) και τη συχνή μας συζήτηση με την ΚΥΣΟΑ είναι ανακριβής. Γνωρίζουμε ότι απόφαση της Υπουργού ήταν η αξιολόγηση της λειτουργικότητας να είναι προαιρετική και όχι να εγκαταλειφθεί παντελώς ( υπάρχουν γονείς που έχουν ζητήσει αξιολόγηση λειτουργικότητας και το τμήμα εδώ και πολύ καιρό, πέραν του ενός έτους, δεν την εφαρμόζει λέγοντας ότι δεν μπορεί γιατί είναι στην διαδικασία επέκτασης των κέντρων αξιολόγησης ). Ούτως ή άλλως όμως, η λειτουργικότητα αποτελεί μόνο ένα από τα πολλά θέματα που σχετίζονται με την αξιολόγηση και η τυχόν μη αξιολόγησή της δεν μπορεί να αιτιολογεί τα πιο πάνω. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε κατά πόσο η χρήση της λειτουργικότητας είναι ωφέλιμη ή ωφέλιμη για κάθε περίπτωση που αξιολογείται, ούτε για το ICF και το κατά πόσο θεωρείται καλή πρακτική. Γνωρίζουμε όμως ότι και αυτό έχει υποστεί κριτική και από εκπροσώπους της Επιτροπής του ΟΗΕ και από επαγγελματίες και οργανώσεις ατόμων με αναπηρίες από πολλές χώρες (όπως για παράδειγμα ομιλητές στο Work Forum που έγινε το 2017) και σε κάθε περίπτωση θεωρούμε ότι προέχει η Σύμβαση και όχι η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας στα θέματα αξιολόγησης της αναπηρίας.
Ευελπιστούμε ότι οι πιο πάνω θέσεις μας θα προβληματίσουν τόσο τη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και κάθε αρμόδιο φορέα για ανάληψη των ευθυνών του κράτους μας έναντι όλων των παιδιών με εγκεφαλική παράλυση ή άλλη αναπηρία.
Με εκτίμηση
Γιούλα Πιτσιάλη
Για Παγκύπρια οργάνωση Γονέων και Φίλων Παιδιών με εγκεφαλικές και άλλες αναπηρίες
᾽Αγκαλιά Ελπίδας᾽